Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΚΑΝΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ.ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΣ ΘΑΤΣΕΡ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΡΙΝΤΜΑΝ

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ  ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ  ΤΕΧΝΗ  ΟΤΑΝ  ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ  ΠΕΙΝΟΥΝ
ΑΥΤΗ  ΔΕΝ  ΕΙΝΑΙ  Η  ΕΥΡΩΠΗ  ΤΩΝ  ΛΑΩΝ  ΠΟΥ  ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑΜΕ
ΣΑΡΤΡ
ΑΥΤΗ  ΔΕΝ  ΕΙΝΑΙ  Η  ΕΥΡΩΠΗ  ΤΟΥ  ΓΚΑΙΤΕ  ΤΟΥ  ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ  ΤΩΝ  ΛΑΩΝ
ΚΑΙ  ΤΟΥ  ΓΚΡΑΜΣΙ
ΑΥΤΗ  ΔΕΝ  ΕΙΝΑΙ  Η  ΕΥΡΩΠΗ  ΠΟΥ  ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΚΑΝ  Ο  ΡΟΥΣΣΩ Ο  ΟΥΓΚΩ  Ο  ΜΑΝΤΣΙΝΙ  Ο  ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ Ο  ΚΟΡΑΗΣ.ΑΥΤΗ  ΕΙΝΑΙ  Η  ΕΥΡΩΠΗ  ΤΩΝ  ΤΟΚΟΓΛΥΦΩΝ  ΚΑΙ  ΤΩΝ  ΤΕΡΑΤΩΝ
 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΛΟΓΟ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΡΙΞΟΥΝ ΤΟ ΣΥΡΙΖΑ.ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΩΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΑΜΥΛΑ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΗ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΨΙΧΟΥΛΩΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΤΟΥΝ.ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΔΕ ΜΑΣ ΑΦΗΝΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΧΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΣΤΟΤΙΚΕΣ ΜΑΣ ΚΑΡΤΕΣ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝ ΠΛΗΡΩΣΑΜΕ ΤΕΛΙΚΑ ΤΗΝ ΔΩΣΗ ΜΑΣ ΣΤΟ Δ.Ν.Τ.ΤΕΤΟΙΑ ΚΤΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ

Για την υποτέλεια των γυναικών
E-mail Εκτύπωση
390260 subjectionΤου Σωτήρη Βανδώρου
Εάν το πιο γνωστό έργο του Τζον Στούαρτ Μιλλ, το Περί Ελευθερίας (1859), εκφράζει την πλέον εμβληματική διατύπωση του πολιτικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα, το δοκίμιό του Για την υποτέλεια των γυναικών (1869) αποτελεί την «ακραία» λογική του απόληξη. Είναι αυτό που συνδυάζει τις θεωρητικές αρχές και αξίες με τη ζώσα πραγματικότητα, διατυπώνοντας ένα ριζοσπαστικό πολιτικό αίτημα. Εδώ ο φιλελευθερισμός συναντά, avant la lettre, το φεμινισμό. Συνιστά τη στιγμή που ο φιλόσοφος Μιλλ μετατρέπεται σε δημόσιο διανοούμενο (ας μη φοβηθούμε τη λέξη, μόνο και μόνο επειδή έχει γίνει κατάχρησή της), αλλά και τη στιγμή που ο βίος του Τζον Στουαρτ συντονίζεται στο ακέραιο με το στοχαστή Μιλλ, κι εμείς υποκλινόμαστε σε μια μεγάλη προσωπικότητα.
Διότι το να εναντιώνεσαι στην κοινωνία σου, τη Βικτωριανή Αγγλία, και να της καταμαρτυρείς όσα ο Μιλλ σ’ αυτό το κείμενο, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα δεχθείς το χλευασμό και την ειρωνεία, δεν είναι για τον καθένα. Αλλά ο Τζον Στούαρτ τιμούσε ως ισότιμή του από κάθε άποψη τη Χάρριετ Τέιλορ με την οποία συνδεόταν στενά φιλικά επί μακρόν και την οποία παντρεύτηκε μετά το θάνατο του πρώτου της συζύγου. Είναι αυτή η ξεχωριστή σχέση που τροφοδοτεί το στοχασμό του, αλλά κι ο στοχασμός του που συμπληρωματικά  δίνει ποιότητα και βάθος στη σχέση αυτή.
Ο Μιλλ έχει βεβαίως πλήρη συνείδηση με τι αναμετράται κι αυτό φαίνεται ήδη από τις πρώτες-πρώτες σελίδες του κειμένου το οποίο, εκτός των άλλων, είναι ένας περίφημος ρητορικός λόγος. Παρατηρεί λοιπόν ότι η αντίκρουση με ορθολογικά επιχειρήματα μιας βαθιά ριζωμένης πεποίθησης (που επιπλέον έχει σχεδόν καθολική αποδοχή), σαν κι αυτή στην οποία πρόκειται να επιτεθεί ανηλεώς, εμφανίζει σοβαρότατους περιορισμούς, όταν αυτή η πεποίθηση θεμελιώνεται κατεξοχήν σε «αισθήματα»: «…όταν όμως [η στερεότητα της πεποίθησης] στηρίζεται σε αισθήματα και μόνο, όσο χειρότερα τα πάει στην επιχειρηματολογική αναμέτρηση, τόσο περισσότερο πείθονται οι οπαδοί της ότι τα αισθήματα τους πρέπει να έχουν κάποιο βαθύτερο έδαφος όπου το επιχείρημα δεν φτάνει· κι ενόσω το αίσθημα παραμένει, εγείρει διαρκώς νέες περιχαρακώσεις στο επιχείρημα για ν’ αποκαταστήσει οποιαδήποτε ρωγμή έχει υποστεί».
punch52 30march1867Πράγματι. Ίσως σήμερα να το διατυπώναμε κάπως διαφορετικά, αλλά επί της ουσίας μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Πρόκειται για εκείνες τις ταυτίσεις οι οποίες επισυμβαίνουν σε πολύ πρώιμη ηλικία και βάσει των οποίων ορίζουμε θεμελιωδώς τη σχέση μας με τους άλλους και τον κόσμο. Εσωτερικεύουμε και «φυσικοποιούμε» σειρά από παραδοχές, οι οποίες δίνουν νόημα και σταθερότητα στη ζωή μας και των οποίων η κατοπινή προσπάθεια αμφισβήτησης ή προσβολής μας φαίνεται κατά κανόνα απλώς ανήκουστη. Φερ΄ ειπείν, όπως ξέρουν καλά οι συνήθως άτολμοι ψηφοθήρες πολιτικοί, δεν τα βάζεις με τους παπάδες, δεν αντιμιλάς στους εθνικιστές και προτιμάς να χαρακτηριστείς ομοφοβικός παρά να υποστηρίξεις το δικαίωμα στο γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.
Είναι αυτό το τελευταίο πεδίο, των έμφυλων σχέσεων, το οποίο μπαίνει στο στόχαστρο του Μιλλ και ο οποίος επιστρατεύει κάθε δυνατό επιχείρημα στο πλαίσιο μιας σαρωτικής κριτικής που ισορροπεί μεταξύ της πολεμικής διάθεσης και του στόχου να κλονίσει, έστω, την εγκυρότητα των καθιερωμένων αντιλήψεων και πρακτικών. Εδώ δεν θα αναφερθούμε σε κάθε ξεχωριστό επιχείρημα, αξίζει ωστόσο ο αναγνώστης να προσέξει τη διάρθρωση της επιχειρηματολογίας συνολικά. Το μείζον επιχείρημα το οποίο διατρέχει σχεδόν το σύνολο του κειμένου βασίζεται στην αντιπαραβολή της κοινωνικής θέσης των γυναικών προς τη –μόλις προ ολίγων δεκαετιών από τη συγγραφή του δοκιμίου καταργημένη στη Βρετανική Αυτοκρατορία– δουλεία. Εν ολίγοις, η κατάσταση των γυναικών, λέει ο Μιλλ, είναι χειρότερη αυτής των δούλων, κι αυτό συνιστά όνειδος για την ανθρωπότητα. Πρέπει να αλλάξει άρδην και άμεσα, προς όφελος όλων, ανδρών και γυναικών. «Η ισότητα των έγγαμων προσώπων έναντι του νόμου είναι ο μόνος τρόπος διά του οποίου αυτή η ιδιαίτερη σχέση μπορεί να πάψει να αντιβαίνει στη δικαιοσύνη προς αμφότερες τις πλευρές και την κοινή τους ευτυχία, αλλά και το μοναδικό μέσο που μπορεί να κάνει την καθημερινή ζωή του ανθρώπινου είδους σχολείο υψηλής ηθικής καλλιέργειας».
Βεβαίως, κι αυτό είναι ενδεικτικό ότι ο Μιλλ πρωτοπορούσε την εποχή του, στην Αγγλία ίσα εκλογικά δικαιώματα με αυτά των ανδρών αποδόθηκαν στις γυναίκες το 1928, δηλαδή σχεδόν 60 χρόνια μετά τη δημοσίευση του κειμένου (στο οποίο διατυπώνεται κι αυτό το αίτημα) κι ενώ είχαν προηγηθεί συστηματικοί αγώνες των Σουφραζετών. Οι γυναίκες ήταν ολοκληρωτικά υποταγμένες στους άντρες, κάτι που επικύρωνε κι ο νόμος. Για παράδειγμα, ολόκληρη η περιουσία της γυναίκας με το γάμο ουσιαστικά περιερχόταν στο σύζυγο ο οποίος ήταν κι ο κηδεμόνας των παιδιών (ασχέτως αν την ανατροφή «φορτωνόταν» η γυναίκα). Εξίσου, δεν τύγχανε καμίας ουσιαστικής νομικής προστασίας σε περίπτωση κακομεταχείρισης. Εάν εξαιρέσουμε τις ελάχιστες εκείνες γυναίκες που λόγω της υψηλής κοινωνικής τους θέσης απολάμβαναν ορισμένες ελευθερίες και προνόμια, η τύχη των υπολοίπων ήταν θλιβερά προδιαγεγραμμένη: να διάγουν μια ζωή περιορισμένη στις αγγαρείες του οίκου ή με σκληρή εργασία και υπό την αυθαίρετη εξουσία ενός άρρενα. Από πολύ μικρή ηλικία, ένας αυστηρός διαχωρισμός με βάση τα φύλα προδιαγράφει διαφορετικές δυνατότητες κι επιλογές βίου οι οποίες βεβαίως αποδίδονται στην αντρική και γυναικεία «φύση» αντίστοιχα, συγκαλύπτοντας τις σχέσεις εξουσίας που εμφιλοχωρούν εδώ και οι οποίες την ίδια στιγμή που αποκρύπτονται ως τέτοιες καλούν τα άτομα να συμμορφωθούν και να πειθαρχήσουν στους αντίστοιχους ρόλους.
time-transgenderΔεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Μιλλ εντοπίζει αυτό που σχεδόν έναν αιώνα αργότερα θα χαρακτηριστεί ως μια βαθύτερη δομή πατριαρχίας που κάνει τα ίδια τα υποκείμενα να ενστερνίζονται και να υιοθετούν ως αυτονόητες τις κυρίαρχες νόρμες και να συμμετέχουν έτσι ενεργά στην ίδια τους την καθυπόταξη. Έτσι, με χαρακτηριστική απλότητα, δείχνει πως τα υποτιθέμενα φυσικά αισθήματα ανάγονται στο «έθιμο», το οποίο βεβαίως απαξιώνει ως πηγή νομιμοποίησης και ταυτόχρονα απαντά σε όσους υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες δεν διεκδικούν κάτι καλύτερο ή διαφορετικό για τις ίδιες που θα πει ότι αποδέχονται οικειοθελώς τη συγκεκριμένη διευθέτηση: «Όλες οι γυναίκες ανατρέφονται από την πιο τρυφερή τους  ηλικία με την πεποίθηση ότι το ιδεώδες του χαρακτήρα τους είναι ακριβώς αντίθετο από εκείνο των ανδρών· όχι αυτόνομη βούληση και άσκηση αυτοελέγχου, αλλά υποταγή και παράδοση στον έλεγχο των άλλων. Όλοι οι ηθικοί κανόνες τους λένε πως είναι καθήκον των γυναικών, και όλη η τρέχουσα αισθηματολογία ότι είναι στη φύση τους, να ζουν για τους άλλους· να αρνούνται απεριόριστα τον εαυτό τους και το να έχουν άλλη ζωή έξω από τα συναισθήματά τους… ένα εγωιστικό ένστικτο έκανε τους άνδρες να προσφύγουν στο έσχατο μέσον προκειμένου να κρατούν τις γυναίκες σε υποταγή: να τους παρουσιάσουν τη μειλιχιότητα, την υποτακτικότητα και την παράδοση κάθε προσωπικής τους βούλησης στα χέρια των ανδρών ως ουσιώδες αναπόσπαστο κομμάτι της σεξουαλικής τους έλξης».
Εάν αναρωτηθούμε ποιο θα ήταν σήμερα ένα εξίσου ριζοσπαστικό αίτημα όπως αυτό περί ισότητας ανδρών και γυναικών που διατύπωσε ο Μιλλ την εποχή του, φανταζόμαστε ότι μπορεί να είναι η πλήρης απόδοση του συνόλου των δικαιωμάτων που αφορούν τη σύναψη γάμου και τη γονεϊκή ιδιότητα σε όλα τα άτομα περιλαμβανομένων των διεμφυλικών και με οποιοδήποτε συνδυασμό ένωσης μεταξύ τους, χωρίς να εξετάζεται το (βιολογικό ή κοινωνικό) φύλο. Κι αν αυτό σας φαίνεται, το λιγότερο, «αφύσικο», με όλο το σεβασμό αντιδράτε όπως οι σύγχρονοι του Μιλλ αναγνώστες.
   
exof-ypotel-gyn  Για την υποτέλεια των γυναικών
  John Stuart Mill
  Εισαγωγή – μτφρ. Φώτης Τερζάκης
  Εκδόσεις Νόηση 2013
  Σελ. 176, τιμή €16,51 
   politeia-link

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Anti-Oedipus: Capitalism and Schizophrenia (French: L'anti-Oedipe) is a 1972 book by philosopher Gilles Deleuze and psychoanalyst Félix Guattari. It is the first volume of Capitalism and Schizophrenia, the second being A Thousand Plateaus (1980).
Deleuze and Guattari analyse the relationship of desire to reality and to capitalist society in particular; they address questions of human psychology, economics, society, and history.[1] Anti-Oedipus is divided into four sections. In the first, Deleuze and Guattari outline a "materialist psychiatry" modeled on the unconscious in its relationship with society and its productive processes; in this section they introduce their concept of "desiring-production" (which inter-relates "desiring machines" and a "body without organs"). In the second section, Deleuze and Guattari offer a critique of Sigmund Freud's psychoanalysis that focuses on its theory of the Oedipus complex. In the third section, Deleuze and Guattari re-write Karl Marx's materialist account of the history of society's modes of production as a development through "primitive," "despotic," and "capitalist" societies and details their different organisations of production, "inscription" (which corresponds to Marx's "distribution" and "exchange"), and consumption. In the final section, they develop a critical practice that they call "schizoanalysis."
The authors draw on and criticize the ideas of many thinkers; in addition to Marx and Freud, these include Louis Althusser, Michel Foucault, Jacques Lacan, Wilhelm Reich, R. D. Laing, David Cooper, Carl Jung, Melanie Klein, Jean Oury, Georges Bataille, Karl Jaspers, Louis Hjelmslev, Charles Sanders Peirce, Gregory Bateson, Pierre Clastres, Claude Lévi-Strauss, Pierre Klossowski, Jean-François Lyotard, Jacques Monod, Lewis Mumford, Victor Turner, Karl August Wittfogel, Charles Fourier, Immanuel Kant, and Baruch Spinoza.[2] They also draw on a wide range of creative writers and artists during the course of their argument; these include Antonin Artaud, Samuel Beckett, Georg Büchner, Samuel Butler, Franz Kafka, Jack Kerouac, Heinrich von Kleist, D. H. Lawrence, Henry Miller, Marcel Proust, Daniel Paul Schreber, and J. M. W. Turner.[2] Foremost among the influences on Deleuze and Guattari stands Friedrich NietzscheAnti-Oedipus may be considered a kind of sequel to The Antichrist.[3]
Some of Guattari's diary entries, correspondence with Deleuze, and notes on the development of the book were published posthumously as The Anti-Oedipus Papers (2004).[4]

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Παναγιώτης Κονδύλης, ένας διορατικός στοχαστής

E-mail Εκτύπωση
altΓια το βιβλίο του Θανάση Πολλάτου Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία. Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση (εκδ. Επίκεντρο).
Του Γιώργου Λαμπράκου
Αν γινόταν μια δημοσκόπηση με το ερώτημα για τα βασικά αίτια της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, είναι βέβαιο πως η πλειονότητα των ερωτηθέντων, ακόμα και σήμερα, θα απαντούσε πως αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έξωθεν επιβολή των Μνημονίων, δηλαδή των μέτρων λιτότητας. Αυτή η απάντηση, ωστόσο, θα ήταν προβληματική, αφού θα δεχόταν πως ένα αποτέλεσμα (η οικονομική κρίση) θα είχε ως αιτία ένα άλλο αποτέλεσμα (τα μέτρα λιτότητας). Το ερώτημα θα έπρεπε λοιπόν να συγκεκριμενοποιηθεί: ποια ήταν τα αίτια που οδήγησαν τη χώρα εξαρχής στην ανάγκη να ληφθούν μέτρα λιτότητας, μέτρα που η ίδια η χώρα είχε προφανώς βαθύτατη ανάγκη – ειδάλλως γιατί να έπρεπε, αφενός να ληφθούν, αφετέρου να ζητηθεί έξωθεν βοήθεια στη λήψη τους; Με άλλα λόγια, το ουσιαστικό ερώτημα δεν αφορά στο πώς φτάσαμε στην προβληματική κατάσταση του 2015, αλλά στο πώς φτάσαμε στην προβληματική κατάσταση του 2010.         
O Κονδύλης υπήρξε όχι μόνο ένας από τους πρώτους, αλλά κυρίως ο πιο διορατικός και διεισδυτικός στοχαστής της νεοελληνικής κρίσης, και μάλιστα δύο ολόκληρες δεκαετίες προτού αυτή ξεσπάσει σε όλο της το μεγαλείο, δηλαδή σε όλη της τη μιζέρια.
Σε παλιότερο κείμενό μας στη Bookpress (14/6/2012), με θέμα την πλήρη ελληνική έκδοση της Κριτικής της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, καθώς και σε ακόμα παλιότερο άρθρο μας («SOS στην άκρη του τούνελ», εφημερίδα «Αξία», 2/7/2011) είχαμε επισημάνει πως ο Κονδύλης υπήρξε όχι μόνο ένας από τους πρώτους, αλλά κυρίως ο πιο διορατικός και διεισδυτικός στοχαστής της νεοελληνικής κρίσης, και μάλιστα δύο ολόκληρες δεκαετίες προτού αυτή ξεσπάσει σε όλο της το μεγαλείο, δηλαδή σε όλη της τη μιζέρια. Ο έλληνας φιλόσοφος, με βασικά όπλα την εξαίρετη γνώση των ιστορικών, πολιτισμικών και ιδεολογικών παραμέτρων και τη μηδενιστική αποστασιοποίηση από κανονιστικές θέσεις, πρόβλεψε έγκυρα και έγκαιρα όσα έκτοτε συντελέστηκαν. Παρεμπιπτόντως, δεν ήταν οικονομολόγος, κάτι που επίσης συνέβαλε στη σωστή διάγνωση.  
Πρόσφατα κυκλοφόρησε λοιπόν μια σημαντική μονογραφία με αυτό ακριβώς το θέμα. Ο δρ. φιλοσοφίας Θανάσης Πολλάτος, στο βιβλίο του Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία: ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση (και με πρόλογο του διδάκτορα διεθνών σχέσεων Γιώργου Λ. Ευαγγελόπουλου), αναλύει δύο από τα γνωστότερα κείμενα του Κονδύλη με θέμα την ελληνική κατάσταση. Το πρώτο είναι η «Καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία», που υπάρχει ως εισαγωγή στην ελληνική έκδοση της Παρακμής του αστικού πολιτισμού (Θεμέλιο, 1991) και κυκλοφορεί πλέον αυτόνομο από τις ίδιες εκδόσεις με τον προσφυή τίτλο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας». Το δεύτερο είναι το «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής», που υπάρχει ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση τηςΠλανητικής πολιτικής μετά τον ψυχρό πόλεμο (Θεμέλιο, 1992).
Στα δύο πρώτα κεφάλαια της μονογραφίας του ο Πολλάτος καταγίνεται με το ξεδίπλωμα των επιχειρημάτων του Κονδύλη, το καταφέρνει δε με τόσο προσεκτικό και ακριβή τρόπο, ώστε εδώ δεν είναι ανάγκη να πλατειάσουμε. Ο Κονδύλης υποστήριξε πειστικά πως η αστική τάξη στην Ελλάδα, όντας σε οικονομική και πολιτισμική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τις πρωτοπόρες αστικές τάξεις της Δύσης, δεν κατόρθωσε ποτέ να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων του αναδυόμενου βιομηχανικού κόσμου. Διατηρώντας τους «κανόνες της βαλκανικής πατριάς» μέσα σε μια «ιδιότυπη πατριαρχική κοινωνική οργάνωση με φεουδαλικά στοιχεία», η Ελλάδα πόρρω απείχε από τις κυρίαρχες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις της λοιπής Ευρώπης, με κύριο αποτέλεσμα να μην εισέλθει ποτέ κανονικά στη νεωτερικότητα.  
Οι πελατειακές σχέσεις διέφθειραν προϊόντος του χρόνου πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσίους υπαλλήλους, σε μια πολυπλόκαμη σχέση από την οποία όλοι έβγαιναν λιγότερο ή περισσότερο κερδισμένοι, απομυζώντας ένα όλο και πιο καταχρεωμένο ελληνικό κράτος.
Βασικά χαρακτηριστικά του νεοελληνικού κρατικού μορφώματος, όπως «υπανάπτυξη της σύγχρονης διοίκησης, απουσία θεμελιώδους χωρισμού προσώπου και αξιώματος, ευνοιοκρατία, νωθρότητα, μοιρολατρία, ανοργανωσιά» κ.α. συνεχίστηκαν σχεδόν αυτούσια από την οθωμανική περίοδο. Οι πελατειακές σχέσεις διέφθειραν προϊόντος του χρόνου πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσίους υπαλλήλους, σε μια πολυπλόκαμη σχέση από την οποία όλοι έβγαιναν λιγότερο ή περισσότερο κερδισμένοι, απομυζώντας ένα όλο και πιο καταχρεωμένο ελληνικό κράτος, με φανερό ή κρυφό λάβαρο τον λαϊκισμό. Η δε βασική ιδεολογία των Νεοελλήνων, ο ελληνοκεντρισμός, παρακώλυσε με σημαντικούς τρόπους τις εξελίξεις προς τον εκσυγχρονισμό (εδώ αυτός ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά, ως εθνικός προσανατολισμός, μονάχα επειδή η Ελλάδα αποφάσισε να ανήκει σε μια πολιτισμική επικράτεια, τη Δύση, που καλώς ή κακώς διέπεται από αυτή την ιστορική συνθήκη). Η ελληνική οικονομία κατάντησε παρασιτική, αφού παρήγαγε λίγα, ενώ κατανάλωνε πολλά με τη βοήθεια ενός άνευ ορίων και όρων δανεισμού. Αυτό, μεταπολιτευτικά, ήταν μάλιστα το αποτέλεσμα όχι μόνο της έμπρακτης πολιτικής του δικομματισμού, αλλά και της γενικευμένης αριστερής ιδεολογίας που «δεν παραλείπει να υπερασπίσει κάθε καταναλωτική απαίτηση στο όνομα του “λαού” συναινώντας και προωθώντας την εκποίηση της χώρας στο όνομα των “λαϊκών” δικαίων».
Ο Πολλάτος συνεχίζει με την ανάλυση ενός ακόμα βαρυσήμαντου κειμένου του Κονδύλη. Στο «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» ξεδιπλώνεται το επιχείρημα της Ελλάδας ως «φθίνοντος έθνους» (ερμηνεία που με τα χρόνια επιβεβαιώνεται επώδυνα) το οποίο κυβερνούν πολιτικοί μυωπικοί ως προς την πραγματικότητα των αδυσώπητων διεθνών σχέσεων (ο αδυσώπητος χαρακτήρας τους δεν είναι κανένα νέο: το ξέρουμε, ή θα έπρεπε να το ξέρουμε, ήδη από τον Θουκυδίδη), σε ένα εγχώριο πλαίσιο όπου δεσπόζουν, συχνά σε ρόλο υπεραναπλήρωσης, ο μελοδραματισμός, ο επαρχιωτισμός, ο «αψίκορος πατριωτισμός», ο «θαυμασμός του σοφού λαϊκού ενστίκτου», καθώς και ο «παιδικός εγωκεντρισμός» ή «ο νεοελληνικός μικρομεγαλισμός, το κωμικό θέαμα ενός μικρού παιδιού που μιλάει με ύφος χιλίων καρδιναλίων» (ερμηνεία που επίσης γνωρίζει εσχάτως μια νέα, ακόμα πιο κωμικοτραγική, επιβεβαίωση).
alt
    Ο Παναγιώτης Κονδύλης
 
Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, όπου «κανείς δεν χαρίζει τίποτα σε κανέναν», κανείς δεν χαρίζει κατά μείζονα λόγο σε κάποιον που ζητά διεθνή στήριξη σε εθνικά θέματα ενόσω βρίσκεται μονίμως με απλωμένο το χέρι για δανεικά. Ο «παρασιτικός καταναλωτισμός» δεν επιτρέπει λοιπόν στην Ελλάδα να σταθεί ως ισότιμο μέλος διεθνών οργανισμών, οπότε φωνασκεί για τα δίκαιά της χωρίς να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Όταν μάλιστα ο Κονδύλης εκφράζει (το 1992) την ωμή αλήθεια, ότι «στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης», στην οικονομία του οποίου η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αργά ή γρήγορα θα επιβάλλει «αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως» και επαναφορά «του ελληνικού βιοτικού επιπέδου στο ύψος που επιτρέπουν οι δυνατότητές της», ο Πολλάτος μιλά ορθά για «ανατριχιαστική ακρίβεια της πρόβλεψης».     
Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Πολλάτος δοκιμάζει την αντοχή των κονδυλικών προβλέψεων στη σύγχρονη κατάσταση της κρίσης. Θεωρεί ορθά πως «η κινηματική εκδίπλωση της αντίδρασης στην προαναγγελθείσα –τουλάχιστον από τον Κονδύλη– ελληνική τραγωδία είχε όλα τα χούγια της μαζικοδημοκρατικής συγκυρίας […] το μεσαίο στρώμα συμπεριφέρεται ως οικουμενική τάξη, οι αγανακτισμένες μάζες ζητούν να αποφασίζουν οι ίδιες φτάνοντας να απορρίπτουν την τεχνοκρατική επιστημοσύνη με τίμημα την άρνηση της ίδιας της πραγματικότητας». Διαπιστώνει καίρια τη «φυγή της ελληνικής κοινωνίας προς το παρελθόν» και την αναπόληση της δεκαετίας του ’80 από ένα «κόμμα της πάλαι ποτέ ανανεωτικής αριστεράς μεταλλαγμένο βάναυσα από την επίδραση ενός κάποιου θολού κυρίως αντιπαγκοσμιοποιητικού κινηματισμού». Η άλλη έκφραση της φυγής προς το παρελθόν είναι ασφαλώς η «προσφυγή στον νεοναζισμό», όπου πολλά «ενδημικά» γνωρίσματα του μέσου Έλληνα (εθνικισμός, ρατσισμός, αντισημιτισμός, κ.λπ.) γνωρίζουν επικίνδυνη έξαρση (αν δεν ήταν ενδημικά, προφανώς και δεν θα ξεπετάγονταν με τόση ευκολία).
Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «Η απήχηση των κονδυλικών θέσεων στα χρόνια της κρίσης», ο Πολλάτος αναφέρει ορισμένους από τους στοχαστές, δημοσιολόγους και συγγραφείς που είτε ασχολήθηκαν ειδικά με το έργο του Κονδύλη, είτε οι απόψεις τους συγκλίνουν αποφασιστικά με τις προβλέψεις του, ξεχωρίζοντας τον Στέλιο Ράμφο και τον Αλέκο Παπαδόπουλο (σε προηγούμενα κεφάλαια έχει ήδη αναφερθεί στον Αξελό και τον Καστοριάδη). Στο δε επίμετρο του βιβλίου, με θέμα τον «εθνοκεντρισμό του Κονδύλη» (που καλλιεργήθηκε ως άποψη κυρίως λόγω του πολυσυζητημένου επιμέτρου του στη Θεωρία του πολέμου), ο Πολλάτος καταθέτει την προσωπική του άποψη, σύμφωνα με την οποία η μομφή του εθνικισμού στη σκέψη του Κονδύλη είναι μεν παρατραβηγμένη (εφόσον δεν συνάδει με την αξιολογική ουδετερότητα), αλλά έχει κάποια ψήγματα αλήθειας στον βαθμό που, κατά τον Πολλάτο, ο Κονδύλης φαίνεται όχι απλώς να διαπιστώνει, αλλά ενίοτε να επικροτεί, έστω και συγκαλυμμένα, τη μελλοντική αναβίωση των εθνών-κρατών.
Το έργο του Κονδύλη θα άξιζε να ερμηνευτεί σε παραλληλισμό με το έργο ενός άλλου σπουδαίου σύγχρονου πολιτικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών, του Τζον Γκρέι, που ομοίως τονίζει με κάθε ευκαιρία πως η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, τουλάχιστον όχι με τον τόσο εύκολα διακηρυγμένο φιλελεύθερο θρίαμβο για όλη την ανθρωπότητα.
Στο πλαίσιο της κονδυλικής ανθρωπολογίας, όπως σημειώνει ο Πολλάτος, «το οντολογικό πρωτείο του πολέμου ως αφτιασίδωτου εκφραστή της βαθύτερης στοιβάδας της ανθρώπινης ψυχής υπονοείται άλλωστε όταν ο Κονδύλης χαιρεκακεί μπροστά στην παλινόρθωση των εθνικιστικών πολέμων στα ευρωπαϊκά εδάφη καλώντας τους καλοζωισμένους Ευρωπαίους να τρέμουν μπροστά στην υποτροπή, στην αναμόχλευση των πιο στοιχειωδών τους παθών…». Θεωρούμε πως η «χαιρεκακία» του Κονδύλη απέναντι στην ενδεχόμενη (λόγω έξαρσης των εθνικισμών) άμβλυνση της «δυτικής ευζωίας, της κατανάλωσης και της τρυφηλότητας» δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνήθη θεωρητική στρατηγική του να γειώνει τους ανθρώπους (κυρίως όσους μιλούν για «τέλος της ιστορίας», «ηθικό οπτιμισμό», «τέλος των πολέμων» και τα τοιαύτα) και να καταρρίπτει όσες προσδοκίες τους κρίνει ανεδαφικές. Από αυτή την άποψη, το έργο του Κονδύλη θα άξιζε να ερμηνευτεί σε παραλληλισμό με το έργο ενός άλλου σπουδαίου σύγχρονου πολιτικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών, του Τζον Γκρέι, που ομοίως τονίζει με κάθε ευκαιρία (και με την αποστασιοποιημένη νηφαλιότητα του λεπταίσθητου είρωνα, η οποία διακρίνει και τον Κονδύλη) πως η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, τουλάχιστον όχι με τον τόσο εύκολα διακηρυγμένο φιλελεύθερο θρίαμβο για όλη την ανθρωπότητα.
O Κονδύλης έγραφε πως η ελληνική εθνική πολιτική συχνά «θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά».
Όλα όσα γράφτηκαν παραπάνω με αφορμή τη μελέτη του Πολλάτου δεν γράφτηκαν ούτε για να ευλογήσουμε τα γένια του «προφήτη» Κονδύλη, ούτε για να αυτομαστιγωθούμε κλαυθμυρίζοντας για τη δύστηνο μοίρα μας: αυτό θα ήταν άλλο ένα απευκταίο σύμπτωμα της νεοελληνικής μιζέριας και μοιροκρατίας. Γράφτηκαν με στόχο την αφύπνιση των συνειδήσεων, την εμπέδωση του ρεαλισμού και του πραγματισμού στην ελληνική πολιτική (προφανώς και στην καθημερινή ζωή, αφού οι αυταπάτες των πολιτών μεταφράζονται πάντα σε εθνικές αυταπάτες και τανάπαλιν), την κατάρριψη σαθρών (εξού και επικίνδυνων για την πτώση μας) ιδεολογημάτων για την υποτιθέμενη ελληνική ανωτερότητα και την «ελληνική ψυχή» (ή «το ελληνικό DNA») που στο τέλος πάντα νικά (το βαρύ τίμημα της «νίκης» πάντα παραλείπεται να αναφερθεί). Κάπου εδώ, στο τέλος, η αξιολογική ουδετερότητα μπορεί να συναντήσει γόνιμα ορισμένες αξιολογικές επιταγές προς την κατεύθυνση μιας μεταμηδενιστικής φιλοσοφίας ζωής.
Για ό,τι δεν ειπώθηκε ή δεν εξαντλήθηκε σε αυτή τη μονογραφία, αρκούμαστε στην επισήμανση του Πολλάτου, που γεννά εύλογες προσδοκίες, ότι «μένει αρκετή δουλειά να γίνει». Το βιβλίο του, βασισμένο στις κονδυλικές ιδέες, είναι μια πολύτιμη συμβολή στην κατανόηση ορισμένων από τα δομικά προβλήματα της χώρας, μα πρωτίστως στη χωρίς ψευδαισθήσεις αυτοκατανόησή μας. Δίχως αλλαγή νοοτροπίας, άλλωστε, καμιά ευρύτερη αλλαγή σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις προθέσεις μας δεν είναι εφικτή. Αν έχει δίκιο ο Κονδύλης όταν έγραφε πως η ελληνική εθνική πολιτική συχνά «θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά», τότε είμαστε ιστορικά αναγκασμένοι να βρούμε καταρχάς πόδια. Για φτερά, έχουμε μέλλον. 
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.
altΠαρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία
Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση
Θανάσης Πολλάτος
Επίκεντρο 2014
Σελ. 144, τιμή εκδότη € 9,00
alt
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Βιβλία κατά του εκφοβισμού

Βιβλία κατά του εκφοβισμού

Λεκτική, ψυχολογική, σωματική, σεξουαλική ή και ηλεκτρονική, το bullying είναι κάποιας μορφής βία που ασκείται σε βάρος όποιου είναι περισσότερο ευάλωτος ώστε να θυματοποιηθεί και να «καταπιεί» τις συνέπειες των βασανιστηρίων από άτομα που απολαμβάνουν σαδιστικά το γεγονός ότι απλώς μπο...
Μεταξύ ζώου και cyborg: κατασκευάζοντας το ανθρώπινο σώμα

Μεταξύ ζώου και cyborg: κατασκευάζοντας το ανθρώπινο σώμα

Για το βιβλίο της Donna Haraway, Ανθρωποειδή, κυβόργια και γυναίκες: Η επανεπινόηση της φύσης (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Αλεξάνδρεια).
Του Γιώργου Λαμπράκου
...
«Διδάσκω σημαίνει παίρνω την ευθύνη»

«Διδάσκω σημαίνει παίρνω την ευθύνη»

Για τη συλλογή κειμένων του Λάκη Παπαστάθη Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά (εκδ. Πόλις).
Της Άλκηστης Σουλογιάννη
Ο Λάκης Παπαστάθης έχει εν...
Διαφήμιση
 
Banner Campaign
 
Διαφήμιση
 
Διαφήμιση
 
Διαφήμιση
 
Διαφήμιση
 
Διαφήμιση
 
Διαφήμιση
 
Διαφήμιση

ΘΕΛΩ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΩ ΝΕΑ ΣΑΣ

 

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

ΓΚΑΙΤΕ,ΜΠΟΡΟΝΤΙΝ,ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ. .ΤΡΕΙΣ ΣΟΦΟΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΠΟΥ ΘΕΩΡΟΥΣΑΝ ΑΠΛΑ ΩΣ πάρεργο ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΑΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥΣ ΕΡΓΟ

Η Βιολογία και ο Γκαίτε

Έχει καταχωριστεί στις κατηγορίες: ΒΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΗ από στις 27 Ιουνίου 2006 0 Comments

Γκαίτε

Συγγραφέας, φιλόσοφος, ζωγράφος, παιδαγωγός, πολιτικός αλλά και θετικός επιστήμονας ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, αποτελεί ίσως την τελευταία μορφή στα ευρωπαϊκά γράμματα και τις τέχνες της οποίας το έργο παρουσιάζει την πολυμέρεια και τον όγκο των μεγάλων καλλιτεχνών και διανοουμένων της Αναγέννησης. Ο συγγραφέας του Φάουστ, ο υπουργός του κρατιδίου της Βαϊμάρης, ήταν ο ίδιος άνθρωπος που μελέτησε τη μεταμόρφωση στα φυτά, συνέβαλε στην καθιέρωση της εξελικτικής σκέψης, συνέγραψε θεωρία για τα χρώματα, άσκησε κριτική στη μηχανιστική αντίληψη για τη μελέτη της Φύσης και εισηγήθηκε την ολιστική αντίληψη για την επιστήμη.
Αν και ο Γκαίτε είναι γνωστός για τη συμβολή του στη λογοτεχνία υπήρχαν περίοδοι στη ζωή του στις οποίες απορροφήθηκε πλήρως από το επιστημονικό έργο.
  • Στη διάρκεια της παραμονής του στη Βαϊμάρη και ενώ ήταν στην ηλικία των 34 ετών εντυπωσιασμένος τη μορφολογική ομοιότητα των οργάνων που ανήκουν σε οργανισμούς διαφορετικού είδους διετύπωσε την άποψη ότι όργανα αυτά δημιουργούνται με βάση ένα κοινό πρότυπο και συνέλαβε την ιδέα της ενότητας και της συνέχειας στη φύση. Η ιδέα μάλιστα αυτή που διατυπώθηκε 70 χρόνια πριν τη διατύπωση της θεωρίας της Εξέλιξης ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Κάρολος Δαρβίνος τον τοποθέτησε ανάμεσα στους προδρόμους της εξελικτικής σκέψης στον πρόλογο της «Προέλευσης των Ειδών»
  • Το 1784 ο Γκαίτε ανακάλυψε την ύπαρξη του μη διακρινόμενου (λόγω της απώθησής του στο πρόσθιο τμήμα των άνω γνάθων και της συνοστέωσής του με αυτά) μεσογνάθιου οστού στον άνθρωπο. Η ύπαρξη του οστού αυτού στον πίθηκο προβλήθηκε από τον Γκαίτε ως επιχείρημα στην υποστήριξη της ιδέας του για τη συνέχεια και την ενότητα στη φύση.
  • Το 1790 στο δοκίμιό του: «Απόπειρα ερμηνείας της μεταμόρφωσης των φυτών» διετύπωσε την άποψη ότι όλα τα μέρη του φυτού αποτελούν μεταμορφωμένα φύλλα και επίσης υποστήριξε την ιδέα της ύπαρξης ενός «πρωταρχικού φυτού» από το οποίο προήλθαν όλα τα άλλα. Στο βιβλίο του γράφει: » Οποιοσδήποτε παρατηρήσει, ακόμη και επιφανειακά την ανάπτυξη των φυτών θα σημειώσει ότι συγκεκριμένα εξωτερικά μέρη του φυτού μετασχηματίζονται κατά διαστήματα ώστε να αποκτήσουν τη μορφή παρακείμενων μερών, άλλοτε ολότελα, άλλοτε σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Έτσι για παράδειγμα το απλό φύλλο μπορεί να μετασχηματιστεί σε διπλό, αν αντί για τους στήμονες , αναπτυχθούν τα πέταλα τα οποία είτε μοιάζουν ακριβώς με τα άλλα πέταλα της κορώνας στη μορφή και το χρώμα, είτε όχι, διατηρούν ακόμη τα ορατά σημάδια της προέλευσής τους.»
  • Η μελέτη της συγκριτικής ανατομίας τον οδήγησε να εισηγηθεί το 1790 έναν νέο κλάδο των επιστημών της Φύσης, τον κλάδο της Μορφολογίας. Σε μια πραγματεία του το 1795 ορίζει τη Μορφολογία ως «αυτοτελή επιστήμη και βοηθητική της Φυσιολογίας που πρέπει να περιλαμβάνει τη διδασκαλία περί της μορφής, του σχηματισμού και του μετασχηματισμού των οργανικών σωμάτων».
  • Σε πραγματείες, επιστολές και διαλέξεις και επίσης στα βιβλία του για τη μεταμόρφωση των φυτών και τη θεωρία των χρωμάτων αναπτύσσει τις ιδέες του για την επιστήμη και καταφέρεται εναντίον της μηχανιστικής θεώρησης του κόσμου που είχε επιβάλλει η νευτώνεια Φυσική.
  •  Με φράσεις του όπως οι ακόλουθες «Τα φυσικά αντικείμενα πρέπει να γίνεται η προσπάθεια να κατανοούνται και να μελετώνται όπως στην πραγματικότητα είναι και όχι όπως διευκολύνουν τον παρατηρητή τους να είναι..» ή  «Αντιλαμβανόμαστε κάθε μεμονωμένο ζώο ως ένα μικρό κόσμο που υπάρχει για να εξυπηρετεί τη δική του σκοπιμότητα με τα δικά του μέσα. Κάθε δημιούργημα έχει δικό του λόγο ύπαρξης. Όλα τα μέρη του έχουν μια άμεση επίδραση το ένα στο άλλο, μια σχέση το ένα με το άλλο,… έτσι ώστε δικαιολογημένα να το μελετούμε ως ενιαίο από την άποψη της Φυσιολογίας.», και ακόμα στο κείμενό του «Για το πείραμα ως ενδιάμεσο του υποκειμένου και του αντικειμένου» : «Δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στην προσπάθειά μας να αποφύγουμε εσπευσμένα συμπεράσματα από τα πειράματα ή να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στην άμεση χρησιμοποίηση αυτών των συμπερασμάτων προκειμένου να επιβεβαιώσουμε κάποια θεωρία. Γιατί κατά τη μετάβαση από τα εμπειρικά στοιχεία στην κρίση, από την γνώση στην εφαρμογή, όλοι οι εσωτερικοί εχθροί του ανθρώπου καιροφυλακτούν: Η φαντασία που τον ανυψώνει πριν καταλάβει ότι τα πόδια του έχουν εγκαταλείψει το έδαφος, η ανυπομονησία, η βιασύνη, η αυτοϊκανοποίηση, η ακαμψία, η φορμαλιστική σκέψη, η προκατάληψη, η επιπολαιότητα, η αναξιοπιστία, όλο αυτό το συνονθύλευμα και η ακολουθία του, βρίσκονται εδώ και ενεδρεύουν εκπλήσσοντας όχι μόνο τον ενεργό παρατηρητή αλλά και τον στοχαστικό παρατηρητή που φαίνεται ασφαλής από όλο αυτό το πάθος.» εισάγει την ολιστική αντίληψη για τη μελέτη της Φύσης, ασκεί κριτική στο διαφαινόμενο αναγωγισμό και επισημαίνει τη θεωρητική σκέψη που βρίσκεται πίσω και από την πιο απλή παρατήρηση.

Στις μέρες του η επιστημονική εργασία του Γκαίτε υποτιμήθηκε καθώς ήταν ξένη προς το ποσοτικό μηχανιστικό πρότυπο που δέσποζε για τη μελέτη της Φύσης και αντί της αποστασιοποιημένης προσέγγισης του αντικειμένου από τον ερευνητή του, υπογράμμιζε την άμεση «συνομιλία» του με αυτόν. Η εργασία του αντιμετωπίστηκε ως προϊόν μιας καλλιτεχνικής φύσης που προσπάθησε να ερμηνεύσει τα φαινόμενα της Φύσης με ένα είδος φιλοσοφικού ιδεαλισμού.
Μετά όμως την εμφάνιση της φαινομενολογίας στον 20ο αιώνα, δηλαδή της προσπάθειας να απαλλαχτεί ή ερμηνεία των φαινομένων, από τις προϊδεάσεις του μελετητή τους, φαίνεται ότι η πρόβλεψη του Γκαίτε ότι «κάποια μέρα οι επιστημονικές μελέτες μου, παρά το λογοτεχνικό έργο μου, θα αναγνωριστεί ως η μεγαλύτερη συνεισφορά μου στην ανθρωπότητα» αρχίζει να επιβεβαιώνεται.

Ενδιαφέροντες σύνδεσμοι για το επιστημονικό και επιστημολογικό έργο του Γκαίτε

Για τον συντάκτη ()

Βιολόγος εκπαιδευτικός στο 1ο Λύκειο Ηλιούπολης

Υποβολή απάντησης

αντιθέτως πρός τον ΣΟΛΟΒΙΩΦ πιστεύω ότι απαξάπαντες οι φιλοσοφίες καταλήγουν στό χωνευτήρι του αποδομισμού

Στο μυαλό του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

E-mail Εκτύπωση
altΓια το βιβλίο του Johann-Peter Eckermann Συνομιλίες με τον Γκαίτε (μτφρ. Δημήτρης Δημοκίδης, εκδ. Printa).
Του Γιώργου Λαμπράκου
Διαβάζοντας πριν από πολλά χρόνια τον Νίτσε να χαρακτηρίζει τις Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Γιόχαν Πέτερ Έκερμαν «το καλύτερο γερμανικό βιβλίο» (Ο περιπλανώμενος και η σκιά του, εν. 109) και μαθαίνοντας πως ο Κονδύλης είχε αναφερθεί κάποια στιγμή σε μια μελλοντική μετάφρασή τους, νιώσαμε την επιθυμία να δούμε τι ήταν αυτό που έκανε τους δύο φιλοσόφους να δώσουν σε αυτές τόσο βάρος. Τώρα πια το έργο του Έκερμαν, σε μετάφραση του Δημήτρη Δημοκίδη, επιμέλεια της Τατιάνας Λιάνη, καθώς επίσης εισαγωγή και επίμετρο της Κατερίνας Καρακάση, υπάρχει επιτέλους σε μια ολοκληρωμένη έκδοση δύο σκληρόδετων τόμων.  
Ο Έκερμαν (1792-1854), ένας επίδοξος ποιητής και λόγιος, ήταν άσημος ώσπου έγινε διάσημος λόγω της επαφής του με τον αναμφισβήτητο κολοσσό της γερμανικής λογοτεχνίας, τον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749-1832). Στα εννιά χρόνια που επισκεπτόταν τον Γκαίτε στο σπίτι του στη Βαϊμάρη, από το 1823 έως το 1832, ο Έκερμαν κατάφερε να συγκεντρώσει και να μας μεταφέρει πολλές από τις απόψεις και τις θεωρίες του Γκαίτε με θέμα, κυριολεκτικά, τα πάντα. Από τη λογοτεχνία μέχρι το θέατρο, από την επιστήμη μέχρι τη ζωγραφική, από την πολιτική μέχρι την ιστορία, από το παρελθόν των αρχαίων Ελλήνων μέχρι το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης, από τον Θεό μέχρι τη Φύση: τίποτα δεν άφηνε αδιάφορο τον Γερμανό δημιουργό. Τα πρώτα δύο μέρη του έργου του Έκερμαν (που είναι και τα σημαντικότερα) εκδόθηκαν το 1836, ενώ το τρίτο και τελευταίο το 1848.
Ο Έκερμαν, σε ρόλο πρωτίστως φιλικού συνομιλητή και δευτερευόντως πιστού στενογράφου, αποδεικνύεται υπερπολύτιμος.
«Μεγαλειώδης μορφή», «πρόσωπο ρωμαλέο», «αισθανόμουν υπέροχα ζαλισμένος νιώθοντάς τον κοντά μου», «κάθε ρυτίδα γεμάτη έκφραση», «σφριγηλός και αποφασιστικός σαν έφηβος»: αυτοί και παρεμφερείς είναι οι χαρακτηρισμοί του νεαρού φιλόλογου για την (ουσιαστικά πατρική) μορφή του μεγάλου ποιητή. Και δεν φαίνεται να έχει άδικο: ο Γκαίτε έχει περάσει αισίως τα εβδομήντα, αλλά το πνεύμα του είναι αδιανόητα ακμαίο, η επιθυμία του για ζωή και δημιουργία ακατάβλητη. Ο Έκερμαν, σε ρόλο πρωτίστως φιλικού συνομιλητή και δευτερευόντως πιστού στενογράφου, αποδεικνύεται υπερπολύτιμος, όχι μόνο για τον ίδιον (που έτσι έδωσε νόημα στη ζωή του και έμεινε στην ιστορία των γραμμάτων) και για τον ποιητή (που έτσι βρήκε στο πρόσωπό του τον πιο αφοσιωμένο εργοβιογράφο του), αλλά και για εμάς, που μέσα από τις σκέψεις του Γκαίτε βλέπουμε να ζωντανεύει μια ολόκληρη ιστορική εποχή.
Ο Γκαίτε και η εποχή του
Και τι εποχή: ο Γκαίτε έχει ζήσει την Αμερικανική Επανάσταση, τη Γαλλική Επανάσταση, τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Έχει γνωρίσει προσωπικά ή –στην περίπτωσή του ισχύει μάλλον το αντίθετο– τον έχουν γνωρίσει προσωπικά κορυφαίες προσωπικότητες της εποχής, από τον Μότσαρτ και τον Ναπολέοντα (που κουβαλούσε στις εκστρατείες του τον Βέρθερο), μέχρι τον Σίλλερ (με τον οποίο συνεργαζόταν για χρόνια στο θέατρο της Βαϊμάρης), τον Χέγκελ και τη μαμά Σοπενχάουερ, την πιο διάσημη, τότε, γερμανόφωνη συγγραφέα.
«Η εθνική Λογοτεχνία δεν έχει πλέον μεγάλη αξία ως έννοια, έχει έρθει η ώρα της παγκόσμιας Λογοτεχνίας». Γκαίτε
Περιττό να πούμε πως ο Γκαίτε αλληλογραφούσε συστηματικά με τους πιο περίβλεπτους συγγραφείς της εποχής του, όπως ο λόρδος Μπάιρον (στις Συνομιλίες έχει την τιμητική του – ο Γκαίτε δεν φείδεται επαίνων για τον Άγγλο ρομαντικό, τον θεωρεί «αναμφίβολα το μεγαλύτερο ταλέντο του αιώνα») και ο Γουόλτερ Σκοτ. Ειδικά για την αγγλική λογοτεχνία, δεν έχει λόγια: τον Σαίξπηρ τον θεωρεί «ένα ον υψηλότερου είδους, που εγώ είμαι υποχρεωμένος να σηκώσω τα μάτια ψηλά για να το κοιτάξω», ενώ παραδέχεται πως «κατά μεγάλο βαθμό η δική μας γραμματεία προήλθε από τη δική τους». Για τον Σαίξπηρ συνεχίζει λέγοντας πως «μας προσφέρει σε ασημένιες φρουτιέρες χρυσά μήλα. Με τη μελέτη των έργων του πετυχαίνουμε τώρα εμείς την ασημένια φρουτιέρα, μόνο που μέσα της δεν έχουμε να βάλουμε παρά πατάτες, αυτό είναι το κακό!». Γενικά, η αγωνία της επίδρασης είναι διάχυτη στη σκέψη του Γκαίτε, που πρώτος έκανε λόγο για τη Weltliteratur, την παγκόσμια λογοτεχνία που γεννιέται στη νεότερη εποχή με την αλληλεπίδραση λαών, εθνών και γλωσσών («Η εθνική Λογοτεχνία δεν έχει πλέον μεγάλη αξία ως έννοια, έχει έρθει η ώρα της παγκόσμιας Λογοτεχνίας» – σήμερα, η πιο σύγχρονη μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας θα μπορούσε να θεωρηθεί το κυβερνοπάνκ και γενικότερα η λογοτεχνία του κυβερνοχώρου).
Συνάμα ο ποιητής σχολιάζει όλα του τα έργα, με αποκορύφωμα τον Φάουστ, το δεύτερο (και καλύτερο) μέρος του οποίου έγραφε τα τελευταία χρόνια της ζωής του (αυτό το αριστουργηματικό έργο είναι ομολογουμένως άνισο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Γενικότερα, οι παρατηρήσεις του Γκαίτε είναι συχνά ιδιαίτερα ειρωνικές, ιδίως όταν στρέφεται ενάντια στους συγχρόνους του Γερμανούς. Ο λογοτεχνικός θαυμασμός του στρέφεται προπαντός προς τους αρχαίους Έλληνες, προβλέποντας πως «εμείς οι φουκαράδες Ευρωπαίοι θα ασχολούμαστε αιώνες και αιώνες μαζί τους και θα ξημεροβραδιαζόμαστε» με τα σπαράγματά τους.
alt
    Johann Wolfgang Goethe & Johann-Peter Eckermann
 
Βαθιά πιστός στον Θεό, ο Γκαίτε ασκεί εντούτοις δριμεία κριτική στους εκκλησιαστικούς θεσμούς: «Υπάρχει μπόλικη ανοησία στα άρθρα της Εκκλησίας. Στόχος της όμως είναι η επιβολή και διατήρηση της κυριαρχίας της, οπότε είναι αναγκασμένη να συντηρεί ένα κοντόθωρο ποίμνιο». Πέραν αυτής της βαρυσήμαντης κριτικής, τον Γκαίτε διακρίνει (προτεστάντης γαρ) ένας αντιρομαντικός πραγματισμός τον οποίο εκτιμήσαμε ιδιαίτερα: «αυτός που πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή μπορεί κάλλιστα να είναι ευτυχής μέσα του, δεν έχει όμως κανένα λόγο να το κάνει και μεγάλο ζήτημα. [...] δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να μας δωρίζεται μετά τη ζωή αυτή ακόμα μία, αρκεί να μη συναντήσω εκεί κανέναν απ’ αυτούς που είχαν πιστέψει σ’ αυτήν εδώ, πάνω στη γη. […] Ένας άνθρωπος άξιος όμως και ικανός, που σκοπεύει να κάνει εδώ, πάνω στη γη, κάτι το άξιο λόγου και που γι’ αυτό είναι υποχρεωμένος καθημερινά να μοχθεί, να αγωνίζεται, να δημιουργεί, αυτός αφήνει τον μελλοντικό κόσμο στην ησυχία του και δραστηριοποιείται σε τούτον εδώ».   
Ο Γκαίτε συμβουλεύει
Στις Συνομιλίες ο Γκαίτε δεν αποφεύγει τον συμβουλευτικό τόνο, ενίοτε και τον διδακτισμό. Αλλά τι σημασία έχει, όταν τα περισσότερα από όσα διδάσκει αξίζει να τα λαμβάνουμε υπόψη μας; Κάνει λόγο για τους νέους καλλιτέχνες, που πρέπει να αποφεύγουν την πληθωρική παραγωγή (παραδέχεται πως και ο ίδιος είχε πέσει θύμα της) και έχουν την τάση να είναι «βεβιασμένα ταλέντα». Για τη σημασία του επιμέρους και του ιδιαίτερου, που μόνο μέσω αυτού πρέπει να φτάνει ο καλλιτέχνης στη γενικότητα (εξάλλου, γι’ αυτό είναι καλλιτέχνης και όχι φιλόσοφος). Για τη σπουδαιότητα της εργατικότητας και της αφοσίωσης του καλλιτέχνη, όχι μόνο στην Τέχνη, αλλά και στην Επιστήμη. Για τη σύγκρουση ανάμεσα στην υποκειμενικότητα του Ρομαντισμού και την αντικειμενικότητα του Κλασικισμού («Όλες οι εποχές που βρίσκονται σε υποχώρηση και αποσύνθεση είναι υποκειμενικές, αντίθετα όλες εκείνες που βρίσκονται σε άνθηση έχουν αντικειμενική κατεύθυνση»). Για τις αδιανόητες μικρότητες των καλλιτεχνών, που συχνά έχουν ευτελείς επιδιώξεις πέραν της αισθητικής. Για την έλλειψη πρωτοτυπίας στην τέχνη: παράπονο που εκφράζεται, αν είναι δυνατόν, στις αρχές του 19ου αιώνα! Όλα αυτά δεν είναι απλώς σημαντικά για την εποχή του Γκαίτε. Είναι άκρως επίκαιρα, τα ζούμε μέσα μας και γύρω μας.
«Υπάρχουν πολλοί που διαθέτουν πνεύμα και είναι γεμάτοι γνώσεις, μόνο που είναι συγχρόνως και γεμάτοι φιλαρέσκεια, και δεν έχουν πραγματικά ιερό και όσιο προκειμένου να κερδίσουν τον θαυμασμό της κοντόθωρης μάζας». Γκαίτε
Ας επιμείνουμε λίγο σε αυτό το θέμα: ποιος δεν θα προσυπέγραφε την παρακάτω άποψη του Γκαίτε για τον νεωτερικό καλλιτέχνη; «Υπάρχουν πολλοί που διαθέτουν πνεύμα και είναι γεμάτοι γνώσεις, μόνο που είναι συγχρόνως και γεμάτοι φιλαρέσκεια, και δεν έχουν πραγματικά ιερό και όσιο προκειμένου να κερδίσουν τον θαυμασμό της κοντόθωρης μάζας» Ποιος σοβαρός άνθρωπος δεν θα συμφωνούσε πως η μανία με το based on a true story έχει παραγίνει; Επ’ αυτού γράφει ο Γκαίτε: «Με ρωτούν διάφοροι στα γράμματά τους ποια είναι αυτή η πόλη στον Ρήνο στο Χέρμανν και Δωροθέα μου! Λες και δεν είναι καλύτερα να φανταστεί κανείς οτιδήποτε! Ο κόσμος ζητά αλήθεια, ζητά πραγματικότητα και καταστρέφει έτσι την Ποίηση». Πόσο σύγχρονο και ολοένα πιο βάσιμο ακούγεται το εξής παράπονό του: «Βλέπουμε ένα σωρό σημαντικούς ανθρώπους, αλλού ούτε ίχνος από κοινή κατεύθυνση, από κοινότητα ενδιαφερόντων […] Μου θύμισαν τις μπάλες του μπιλιάρδου, οι οποίες κυλούν τυφλά από δω κι από κει πάνω στην πράσινη τσόχα χωρίς να δίνουν σημασία η μία στην άλλη, και που, μόλις συγκρουστούν, σπεύδουν να απομακρυνθούν όσο πιο γρήγορα και πιο πολύ γίνεται η μία από την άλλη». Πόσο απελπιστικά συγκαιρινή, τέλος, μοιάζει η απόφανσή του πως «Τα σημερινά μας ταλέντα είναι ολοκληρωτικά εκτεθειμένα στα βλέμματα της κοινής γνώμης».  
Ο Γκαίτε για την πολιτική και την επιστήμη
Ως προς την πολιτική, ο Γκαίτε είναι ένας «ήπιος αριστοκράτης», όπως τον  χαρακτηρίζει ο Έκερμαν. Φίλος και σύμβουλος του Αρχιδούκα της Σαξονίας-Βαϊμάρης για σχεδόν όλη του τη ζωή, ο Γκαίτε δεν διστάζει να προκρίνει αρκετές φιλελεύθερες και δημοκρατικές απόψεις. Μπορεί να χαρακτηρίζει «ήρωα» τον Ναπολέοντα και να τον θαυμάζει, αλλά δεν ξεχνά να επισημάνει πως ήταν ένας άνδρας «που είχε ποδοπατήσει τη ζωή και την ευτυχία εκατομμυρίων ανθρώπων». Καταδικάζει απερίφραστα την κομματικοποίηση (ναι, δύο αιώνες πριν…) και τον εθνικισμό των καλλιτεχνών, δηλώνοντας πως πατρίδα του ποιητή είναι «το καλό, το ευγενές και το ωραίο» και πως η καλή τέχνη είναι ο μοναδικός του τρόπος να ωφελήσει πραγματικά την πατρίδα του. Στέκεται απέναντι στη Γαλλική Επανάσταση και στην επερχόμενη τρομοκρατία της, αλλά δηλώνει συνάμα εχθρός της «αυταρχικής αυθαιρεσίας» και «απολύτως πεπεισμένος ότι για οποιαδήποτε μεγάλη επανάσταση ποτέ δεν φταίει ο λαός, αλλά η κυβέρνηση». Και συμπληρώνει εύστοχα: «Απεχθάνομαι αυτούς που εκτελούν [τη βίαιη ανατροπή], όπως και αυτούς που της προσφέρουν τα αίτια».
«Η Φύση δεν ξέρει από αστεία, είναι πάντοτε αληθινή, σοβαρή, πάντοτε αυστηρή, έχει πάντοτε δίκιο, ενώ τα λάθη και οι πλάνες είναι πάντοτε του ανθρώπου. Τον ανεπαρκή τον απορρίπτει, μόνο στον επαρκή, στον αληθινό και καθαρό υποτάσσεται και του αποκαλύπτει τα μυστικά της». Γκαίτε
Ένα άλλο σημείο το οποίο θα προξενήσει πιθανόν εντύπωση στον επίδοξο αναγνώστη των σκέψεων του ποιητή είναι η εμμονή με την επιστήμη. Ο Γκαίτε μιλά διαρκώς για τη φύση και τους νόμους της, για την ανάγκη του δημιουργού να έρθει σε επαφή με τις θετικές επιστήμες και να γνωρίσει τον κόσμο πέρα από τις κοινές, καθημερινές του εμπειρίες (και προκαταλήψεις). Ξεχωριστές σκέψεις όπως η ακόλουθη, «Η Φύση δεν ξέρει από αστεία, είναι πάντοτε αληθινή, σοβαρή, πάντοτε αυστηρή, έχει πάντοτε δίκιο, ενώ τα λάθη και οι πλάνες είναι πάντοτε του ανθρώπου. Τον ανεπαρκή τον απορρίπτει, μόνο στον επαρκή, στον αληθινό και καθαρό υποτάσσεται και του αποκαλύπτει τα μυστικά της», είναι διάχυτες στο έργο και αρκούν για να μας ταρακουνήσουν ώστε να δούμε τον μεγάκοσμο με άλλο μάτι.  
Είναι αδύνατο να συνοψιστούν εδώ οι 850 γόνιμες σελίδες αυτού του έργου. Μας προξένησαν εντύπωση η πρόβλεψη του Γκαίτε ότι ο Καποδίστριας δεν θα είναι για πολύ καιρό ακόμα ηγέτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, η προχωρημένη θέση του πως το μέλλον της λογοτεχνίας ανήκει περισσότερο στην πρόζα και λιγότερο στην ποίηση λόγω της αποδυναμωμένης πίστης στο υπερβατικό, καθώς και η κριτική του στον ανθρωποκεντρισμό: «Είναι φυσικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου να θεωρεί τον εαυτό του σκοπό της Δημιουργίας και να αντιμετωπίζει όλα τα άλλα μόνο σε σχέση με τον εαυτό του και στο βαθμό που εξυπηρετούν και ωφελούν τον ίδιο. […] Δεν του περνάει καν από το μυαλό ότι δεν υπάρχει για χάρη του ούτε καν το παραμικρό χορταράκι». Πέραν αυτών, βλέπουμε τον Γκαίτε σε ιδιαίτερες προσωπικές στιγμές (π.χ. όταν μαθαίνει τον τραγικό θάνατο του γιου του), αλλά και σε συζητήσεις με διάφορους σημαίνοντες ανθρώπους της εποχής.
Οι Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Έκερμαν δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο: δεν έχουμε να κάνουμε με την πιστή καταγραφή των απόψεων κάποιου, αφού πολλές σημειώσεις και ημερολογιακές εγγραφές έχουν γίνει καιρό μετά τις συνομιλίες, συνεπώς έχουν επέλθει οι αναπόφευκτες λεκτικές διαστρεβλώσεις και εννοιολογικές μετατοπίσεις. Συνεπώς, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε απολύτως σίγουροι τι ακριβώς είπε ο Γκαίτε σε σχέση με το τάδε ή το δείνα ζήτημα. Από την άλλη, η ίδια η επιλογή που έκανε ο Έκερμαν προφανώς είχε ως στόχο να κρατήσει την ουσία των λόγων του Γκαίτε και να παραβλέψει ό,τι δεν είναι (ή, εν πάση περιπτώσει, ό,τι δεν φάνηκε στον Έκερμαν) ουσιώδες. Έχουμε λοιπόν ένα επιλεγμένο ανθολόγιο από σκέψεις του Γκαίτε, το οποίο διανθίζεται από τις απόψεις του Έκερμαν για, και γύρω από, εκείνον. Δύο αιώνες μετά, οι απόψεις ενός από τους τελευταίους Homo universalis του ευρωπαϊκού πνεύματος διατηρούν σε μεγάλο βαθμό την ομορφιά και την ισχύ τους, καθώς όχι μόνο αποτελούν μια ποιητική και στοχαστική αυτοεξέταση του ποιητή, αλλά και συγκεφαλαιώνουν μια ολόκληρη εποχή την οποία δεν είναι ωφέλιμο να αγνοούμε.  
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. 
altΣυνομιλίες με τον Γκαίτε τ.Α
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του
Johann-Peter Eckermann
Μτφρ. Δ. Δημοκίδης
Printa 2014
Σελ. 450, τιμή € 24,50
alt

altΣυνομιλίες με τον Γκαίτε τ.Β
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του
Johann-Peter Eckermann
Μτφρ. Δ. Δημοκίδης
Printa 2014
Σελ. 450, τιμή € 24,50
alt